Τα νησιά του Ιονίου παρουσιάζουν σημαντική χειροτεχνική και καλλιτεχνική παράδοση και ιστορία. Η εξέλιξη της χειροτεχνίας στα Επτάνησα επηρεάστηκε και ακολούθησε την μοναδική ιστορία της περιοχής. Χωρίς να γνωρίσουν ποτέ Οθωμανική κυριαρχία, τα νησιά και οι κάτοικοί τους επηρεάστηκαν καλλιτεχνικά από τους Ενετούς που προσάρτησαν και διοίκησαν την περιοχή από τον 14ο έως τα τέλη του 18ου, προτού περάσει στα χέρια των Άγγλων κι αργότερα ενσωματωθεί στο Ελληνικό κράτος.
Τα ντόπια υλικά καθώς και τα εισαγομένα μέσω των εμπορικών σχέσεων με τη Δύση, τα δυτικά καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως το μπαρόκ και το ροκοκό, μαζί με τις τοπικές παραδόσεις και σύμβολα, διαμόρφωσαν ένα πλούσιο υπόβαθρο για την ανάπτυξη της ζωγραφικής, της ξυλογλυπτικής, της λιθοτεχνίας, της κεραμικής, της μεταλλοτεχνίας, της υφαντικής και της κεντητικής. Τεχνίτες και καλλιτέχνες που μετεγκαταστάθηκαν στα νησιά του Ιονίου από την γειτονική Ήπειρο αλλά και από την Κρήτη, συνέβαλαν στην μεταφορά τεχνογνωσίας και διαφορετικών στυλ.
Πέρα από την ανάπτυξη πολλών ευρέως διαδεδομένων κλάδων της ελληνικής χειροτεχνίας, στα νησιά του Ιονίου δημιουργήθηκαν και εξελίχθηκαν και μοναδικές χειροτεχνικές μορφές και τεχνικές: το καρσάνικο κέντημα και το πορσάνικο μαχαίρι από τη Λευκάδα, η αθανατοδαντέλα της Κεφαλλονιάς, τα λιθόγλυπτα τέμπλα της Κέρκυρας είναι μερικά από αυτά. Τα Ιόνια νησιά φημίζονται επίσης για τις ιστορικές οικοτεχνίες και βιοτεχνίες τους, οι οποίες συνεχίζουν τον πλήρη κύκλο της παραγωγής με το χέρι, όπως η ιστορική Σαπωνοποιία Πατούνη στην Κέρκυρα.
Οι επισκέπτες των Ιόνιων νησιών συναντούν άφθονες ευκαιρίες για να γνωρίσουν την τοπική χειροτεχνική παράδοση και να αποκτήσουν δημιουργήματά της.
Στην περιοχή που γέννησε την πιο διάσημη υφάντρας της αρχαιότητας, την Πηνελόπη, η υφαντική δεν θα μπορούσε να λείπει από την πλούσια παρακαταθήκη της. Στην Κέρκυρα, την Ιθάκη και κυρίως τη Λευκάδα η τέχνη άνθισε για αιώνες.
Η λευκαδίτικη υφαντική βασίστηκε σε σύνθετες τεχνικές επεξεργασίας του μαλλιού και του λιναριού, που ξεκινούσαν από τη συλλογή και την κατεργασία των πρώτων υλών και κατέληγαν στη δημιουργία περίτεχνων υφαντών στον αργαλειό. Οι υφάντρες καθάριζαν, έξαιναν, έγνεθαν και έβαφαν το μαλλί, αρχικά με φυσικές και αργότερα με χημικές βαφές, πριν το μετατρέψουν σε νήμα και στημόνι. Ιδιαίτερη φήμη απέκτησαν οι καρπέτες, οι καραμελωτές μαντανίες, τα μαλλινοσέντονα και τα καβαλοσκούτια, τα οποία διακρίνονταν για τα έντονα χρώματα, τα γεωμετρικά μοτίβα και τις παραστάσεις από την καθημερινή ζωή. Πολλά σχέδια δημιουργούνταν με χειροποίητες πλέξεις αντί για συνεχείς περασιές της σαΐτας, γεγονός που απαιτούσε υψηλή δεξιοτεχνία και προσέδιδε μοναδικότητα σε κάθε έργο. Εξίσου σημαντική ήταν η κατεργασία του λιναριού για την παραγωγή λεπτών υφασμάτων, ενώ από τη δεκαετία του 1960 αναπτύχθηκε η τεχνική των «σπαθών», με χαρακτηριστικά γεωμετρικά σχέδια σε τραπεζομάντηλα, πετσέτες και διακοσμητικά υφαντά.
Το καρσάνικο κέντημα αποτελεί ένα μοναδικό είδος λαϊκής κεντητικής τέχνης που αναπτύχθηκε στην Καρυά της Λευκάδας και διακρίνεται για τη μαθηματική ακρίβεια, τη λεπτότητα και την υψηλή αισθητική του. Εκτελείται πάνω σε λινά ή βαμβακερά υφάσματα με βαμβακερές ή μεταξωτές κλωστές και βασίζεται σε τρεις κύριες τεχνικές: την καφασοβελονιά, εμπνευσμένη από τα καφασωτά των γυναικωνιτών των εκκλησιών, το πλακέ κέντημα, όπου οι βελονιές σχηματίζονται αποκλειστικά σε οριζόντιες και κάθετες κατευθύνσεις, και το σταυρογάζι, που λειτουργεί ως συμπληρωματική τεχνική για τη δημιουργία γεωμετρικών μοτίβων. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του καρσάνικου κεντήματος είναι η μέτρηση των κλωστών του υφάσματος με απόλυτη ακρίβεια, ώστε να επιτυγχάνεται η συμμετρία και η αρμονία των σχεδίων. Τα μοτίβα του περιλαμβάνουν παραδοσιακά σχέδια, όπως η κούπα, το ψαράγκαθο, οι ρόδες, η λύρα και τα φιοράκια, ενώ η τεχνική επιτρέπει στην κεντήστρα να αυτοσχεδιάζει, δημιουργώντας κάθε φορά μια μοναδική σύνθεση. Τα κεντήματα είναι συνήθως αμφίπλευρα, χωρίς εμφανή καλή και ανάποδη όψη, γεγονός που αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τη δεξιοτεχνία των δημιουργών τους.
Η αθανατοδαντέλα αποτελεί μια μοναδική μορφή παραδοσιακής δαντελοποιίας της Κεφαλονιάς, η οποία διακρίνεται για τη λεπτότητα, την ανθεκτικότητα και την ιδιαίτερη τεχνική της. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι ότι πλέκεται με φυσική κλωστή που παράγεται από το φυτό αθάνατος ή αγαύη, ένα υλικό σπάνιο και εξαιρετικά ανθεκτικό. Η διαδικασία κατασκευής της κλωστής ξεκινά με την επιλογή συγκεκριμένων φύλλων του φυτού, συνήθως της τρίτης σειράς από το έδαφος, τα οποία μουλιάζονται για αρκετές ημέρες μέχρι να αποσυντεθεί η σαρκώδης επιφάνειά τους και να απομείνουν οι ίνες. Οι ίνες αυτές καθαρίζονται, στεγνώνουν σε σκιερό μέρος και επιλέγονται προσεκτικά οι πιο ανθεκτικές, οι οποίες ενώνονται ανά δύο με μικρούς κόμπους για να σχηματίσουν το κουβάρι της κλωστής. Κάθε φύλλο μπορεί να αποδώσει έως και χίλια μέτρα ίνας, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της πρώτης ύλης. Η ανομοιογένεια της φυσικής κλωστής επηρεάζει άμεσα τα σχέδια που μπορούν να δημιουργηθούν, καθιστώντας κάθε δαντέλα μοναδική. Η πλέξη απαιτεί υπομονή, ακρίβεια και υψηλή δεξιοτεχνία, ενώ τα περίτεχνα μοτίβα της συνδυάζουν λειτουργικότητα και καλλιτεχνική έκφραση, αποτυπώνοντας τη στενή σχέση των δημιουργών με το φυσικό περιβάλλον και την τοπική παράδοση.
Η ξυλογλυπτική των Επτανήσων αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της νεοελληνικής καλλιτεχνικής παράδοσης, συνδυάζοντας τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή κληρονομιά με τις αισθητικές επιδράσεις του ιταλικού Μπαρόκ και Ροκοκό. Η τέχνη αυτή αναπτύχθηκε κυρίως στον εκκλησιαστικό χώρο και εκφράστηκε μέσα από την κατασκευή περίτεχνων τέμπλων, δεσποτικών θρόνων, αμβώνων, γυναικωνιτών και άλλων ξύλινων διακοσμητικών στοιχείων των ναών. Οι ξυλογλύπτες, γνωστοί στα Επτάνησα ως «ταγιαδώροι», εργάζονταν κυρίως σε ξύλα υψηλής ποιότητας, όπως η καρυδιά και η τριανταφυλλιά, δημιουργώντας βαθιά ανάγλυφες συνθέσεις με φυτικά μοτίβα, κληματόφυλλα, σταφύλια, αγγέλους και διακοσμητικές καμπύλες. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της επτανησιακής ξυλογλυπτικής είναι η πλούσια επιχρύσωση και η έντονη πλαστικότητα των μορφών, στοιχεία που προσδίδουν στα έργα μεγαλοπρέπεια και θεατρικότητα. Τα ξυλόγλυπτα τέμπλα, με την πολυσύνθετη διακόσμηση και την τεχνική αρτιότητα της κατασκευής τους, αποτελούν τα κορυφαία δείγματα αυτής της τέχνης και συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα επιτεύγματα της επτανησιακής χειροτεχνίας. Πέρα από την εκκλησιαστική ξυλογλυπτική, οι σημερινοί τεχνίτες, ιδίως της Κέρκυρας, ασχολούνται και με την κατασκευή καθημερινών διακοσμητικών και χρηστικών αντικειμένων, κυρίως από ξύλο ελιάς.
Η κεραμική τέχνη στην Κέρκυρα αποτελεί μία από τις αρχαιότερες και σημαντικότερες μορφές λαϊκής δημιουργίας του νησιού, βασισμένη στην αξιοποίηση των πλούσιων κοιτασμάτων αργίλου, γνωστής τοπικά ως «καγιάς». Η παραγωγική διαδικασία ξεκινούσε με την εξόρυξη και επεξεργασία του πηλού, ο οποίος διαμορφωνόταν χειροποίητα ή στον τροχό για τη δημιουργία αγγείων, οικιακών σκευών και αργότερα οικοδομικών υλικών, όπως τούβλα και κεραμίδια. Καθοριστικό στάδιο της κατασκευής αποτελούσε η όπτηση στα παραδοσιακά καμίνια, των οποίων η τεχνολογία διατηρήθηκε σχεδόν αμετάβλητη επί αιώνες. Η ύπαρξη εκτεταμένων κοιτασμάτων αργίλου σε πολλές περιοχές του νησιού, όπως η Γαρίτσα, ο Ποταμός, οι Αλυκές Ποταμού, οι Καρουσάδες και οι Αργυράδες, συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός δυναμικού δικτύου εργαστηρίων και καμινιών. Η κεραμική της Κέρκυρας συνδύαζε τη χρηστικότητα με την τεχνική δεξιοτεχνία, ενώ κατά τον 20ό αιώνα εμπλουτίστηκε από τις γνώσεις και τις τεχνικές που έφεραν οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, οι οποίοι ανανέωσαν την τοπική παράδοση και ενίσχυσαν την παραγωγική δραστηριότητα του νησιού. Σύγχρονοι κεραμίστες και κεραμίστριες ζουν και δημιουργούν σήμερα στην Κέρκυρα, την Ζάκυνθο, τη Λευκάδα και την Κεφαλονιά.
Η ζωγραφική στα Επτάνησα συνθέτει ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της νεοελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας, καθώς συνδύασε δημιουργικά τη μεταβυζαντινή παράδοση με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης. Η λεγόμενη Επτανησιακή Σχολή διαμορφώθηκε μέσα από τη μακρόχρονη επαφή των νησιών με τη Βενετία και την Ιταλία, υιοθετώντας στοιχεία της Αναγέννησης, του Μανιερισμού, του Μπαρόκ, του Ροκοκό και αργότερα του Νατουραλισμού και του Εξπρεσιονισμού. Οι ζωγράφοι εγκατέλειψαν σταδιακά τη βυζαντινή σχηματοποίηση και στράφηκαν στη μελέτη του φυσικού κόσμου, στην προοπτική, στη φωτοσκίαση, στην απόδοση του όγκου και της ανθρώπινης έκφρασης. Αρχικά κυριάρχησε η θρησκευτική ζωγραφική με εικόνες, τοιχογραφίες και διακοσμήσεις ναών, ενώ από τον 19ο αιώνα αναπτύχθηκαν η προσωπογραφία, η τοπιογραφία, οι σκηνές καθημερινής ζωής και οι λιτανείες. Η επτανησιακή ζωγραφική διακρίνεται για τον ρεαλισμό, την εκφραστικότητα, την έντονη χρωματική αρμονία και την ικανότητά της να συνδυάζει την ορθόδοξη πνευματικότητα με τις δυτικές αισθητικές αναζητήσεις.
Η λιθοτεχνία στα Επτάνησα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές εκκλησιαστικής τέχνης της περιοχής και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τον 16ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Εκφράζεται κυρίως μέσα από τα λιθόγλυπτα τέμπλα, τις διακοσμημένες όψεις των ναών, τα καμπαναριά, τα προσκυνητάρια και τα καθολικά αλτάρια. Οι Επτανήσιοι λιθοξόοι αξιοποιούσαν κυρίως τοπικούς λίθους, όπως τον σκληρό λίθο των Σινιών της Κέρκυρας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούσαν και εισαγόμενο μάρμαρο. Ιδιαίτερα γνωστά είναι τα λίθινα τέμπλα της Κέρκυρας, τα οποία λειτουργούν ως η «πέμπτη όψη» του ναού, οργανωμένα με αρχιτεκτονική αυστηρότητα και πλούσιο γλυπτό διάκοσμο. Τα έργα χαρακτηρίζονται από διακοσμητικά στοιχεία όπως γείσα, θριγκούς, έλικες, πλαισιώσεις και ανάγλυφα μοτίβα, τα οποία συνδυάζουν τη βυζαντινή παράδοση με τις επιδράσεις της ιταλικής Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Η τεχνική αρτιότητα, η συμμετρία και η στενή σύνδεση της γλυπτικής με την αρχιτεκτονική καθιστούν τη λιθοτεχνία των Επτανήσων ξεχωριστό κεφάλαιο της νεοελληνικής τέχνης.
Η μαχαιροποιία της Λευκάδας αποτελεί μια ιδιαίτερα εξειδικευμένη παραδοσιακή τέχνη, με κύριο εκφραστή το περίφημο πορσάνικο μαχαίρι. Πρόκειται για ένα εξ ολοκλήρου χειροποίητο αντικείμενο, το οποίο κατασκευάζεται με παραδοσιακές τεχνικές σφυρηλάτησης και χρήση αυτοσχέδιων ή απλών εργαλείων. Η λάμα διαμορφώνεται από ατσάλι υψηλής αντοχής και σφυρηλατείται επανειλημμένα μέχρι να αποκτήσει την απαιτούμενη σκληρότητα και ελαστικότητα, σύμφωνα με την παλιά τεχνική που απαιτούσε να μπορεί να κόψει ακόμη και μια πρόκα χωρίς να σπάσει. Η λαβή κατασκευάζεται συνήθως από ορείχαλκο και διακοσμείται με εγχάρακτα γεωμετρικά ή φυτικά μοτίβα, ενώ διακοσμητικά στοιχεία συχνά χαράσσονται και στη λάμα. Η αυστηρή γεωμετρική ευθυγράμμιση όλων των επιμέρους τμημάτων αποτελεί βασικό γνώρισμα του πορσάνικου και μαρτυρεί τη δεξιοτεχνία του τεχνίτη. Η γνώση της κατασκευής μεταδίδεται κυρίως μέσω της μαθητείας από μάστορα σε μαθητευόμενο, διατηρώντας ζωντανή μια παράδοση αιώνων.
Η σαπωνοποιία αναπτύχθηκε στην Κέρκυρα λόγω της καλλιέργειας της ελιάς και της παραγωγής ελαιόλαδου στο νησί, καθώς και μέσω των εμπορικών σχέσεων με τη Βενετία. Η σπαωνοποιία Πατούνη αποτελεί ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα παραδοσιακά σαπωνοποιεία της Ελλάδας και ένα μοναδικό παράδειγμα βιοτεχνικής κληρονομιάς των Επτανήσων. Η παραγωγή του σαπουνιού πραγματοποιείται με παραδοσιακές μεθόδους που έχουν διατηρηθεί σχεδόν αναλλοίωτες από τον 19ο αιώνα. Βασική πρώτη ύλη είναι το ελαιόλαδο και τα υποπροϊόντα του, τα οποία αναμειγνύονται με σόδα και νερό σε μεγάλα καζάνια, όπου βράζουν για πολλές ώρες. Το μείγμα χύνεται στη συνέχεια σε ειδικές επιφάνειες, αφήνεται να στερεοποιηθεί, κόβεται χειροποίητα σε πλάκες και ωριμάζει φυσικά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η διαδικασία βασίζεται στην εμπειρική γνώση, την ακρίβεια των αναλογιών και τη συνεχή παρακολούθηση του βρασμού, στοιχεία που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Το παραγόμενο σαπούνι διακρίνεται για την καθαρότητα της σύνθεσής του, χωρίς συνθετικά πρόσθετα, αρώματα ή χρωστικές.